duzen
duzen
du:t͡sən
dootsēn
duden

Ορισμός και σημασία του "duzen"στα γερμανικά

01

απευθύνομαι ανεπίσημα, χρησιμοποιώ το "εσύ"

Jemanden mit "du" ansprechen, also in informeller Form reden 
duzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
duze
γ΄ ενικό πρόσωπο
duzt
ενεστώτα μετοχή
duzend
απλός αόριστος
duzt
παθητική μετοχή
geduzt
Παραδείγματα
In Deutschland duzen sich viele Kollegen. 

Στη Γερμανία, πολλοί συνάδελφοι απαντούν με το «εσύ» μεταξύ τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store