Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
duzen
[past form: duzt]
01
απευθύνομαι ανεπίσημα, χρησιμοποιώ το "εσύ"
Jemanden mit "du" ansprechen, also in informeller Form reden
Παραδείγματα
Manche Leute mögen es nicht, geduzt zu werden.
Μερικοί άνθρωποι δεν τους αρέσει να απαντώνται με το "εσύ".


























