Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Durchschrift
[gender: feminine]
01
αντίγραφο, αντίτυπο
Eine Kopie eines Dokuments, meist zum Nachweis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Durchschrift
πληθυντικός τύπος
Durchschriften
Παραδείγματα
Die Durchschrift ist mit dem Original identisch.
Το αντίγραφο είναι πανομοιότυπο με το πρωτότυπο.
Λεξικό Δέντρο
durchschrift
durch
schrift



























