Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Durchsage
[gender: feminine]
01
ανακοίνωση με ηχείο, δημόσια ανακοίνωση
Eine offizielle Lautsprecheransage für viele Personen
Παραδείγματα
Die Durchsage war auf Englisch und Deutsch.
Η ανακοίνωση ήταν στα αγγλικά και στα γερμανικά.


























