Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Durchmesser
01
διάμετρος, διάμετρος
Die gerade Linie, die durch den Mittelpunkt eines Kreises geht und beide Seiten berührt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Durchmessers
πληθυντικός τύπος
Durchmesser
Παραδείγματα
Der Techniker prüft den Durchmesser des Rohres.
Ο τεχνικός ελέγχει τη διάμετρο του σωλήνα.
Λεξικό Δέντρο
durchmesser
durch
messer



























