Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Durchmesser
01
διάμετρος, διάμετρος
Die gerade Linie, die durch den Mittelpunkt eines Kreises geht und beide Seiten berührt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Durchmessers
πληθυντικός τύπος
Durchmesser
Παραδείγματα
Der Durchmesser des Tellers beträgt 30 Zentimeter.
Η διάμετρος του πιάτου είναι 30 εκατοστά.
Λεξικό Δέντρο
durchmesser
durch
messer



























