Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
durchlaufen
[past form: lief durch]
01
περνώ, βιώνω
Eine bestimmte Phase oder Entwicklung erleben oder durchmachen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
durch
βασικό ρήμα
laufen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
durchlaufe
γ΄ ενικό πρόσωπο
durchläuft
ενεστώτα μετοχή
durchlaufend
απλός αόριστος
lief durch
παθητική μετοχή
durchgelaufen
Παραδείγματα
Er durchlief eine spirituelle Transformation.
Έχει περάσει μια πνευματική μεταμόρφωση.



























