Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Durchführung
01
das planmäßige Umsetzen oder Ausführen einer Aufgabe, Maßnahme oder Veranstaltung , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Durchführungen
γενική πτώση
Durchführung
Παραδείγματα
Die Durchführung des Projekts dauerte sechs Monate.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
durchführung
durch
führung



























