dumm
Pronunciation
/dʊm/

Ορισμός και σημασία του "dumm"στα γερμανικά

01

ηλίθιος, ανόητος

Mit wenig Verstand oder Einsicht
dumm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
dümmste-
συγκριτικός βαθμός
dümmer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ich war damals jung und dumm.
Ήμουν τότε νέος και ανόητος.
02

ανόητος, ηλίθιος

Unpassend, unklug oder ärgerlich wirkend
dumm definition and meaning
Παραδείγματα
Sie hat in einer dummen Situation gelacht.
Γέλασε σε μια ηλίθια κατάσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store