Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dumm
01
ηλίθιος, ανόητος
Mit wenig Verstand oder Einsicht
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
dümmste-
συγκριτικός βαθμός
dümmer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ich war damals jung und dumm.
Ήμουν τότε νέος και ανόητος.
02
ανόητος, ηλίθιος
Unpassend, unklug oder ärgerlich wirkend
Παραδείγματα
Sie hat in einer dummen Situation gelacht.
Γέλασε σε μια ηλίθια κατάσταση.



























