der Duft
Pronunciation
/dʊft/

Ορισμός και σημασία του "duft"στα γερμανικά

01

άρωμα, ευχάριστη μυρωδιά

Ein angenehmer Geruch, den man meist positiv wahrnimmt
der Duft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Duft(e)s
πληθυντικός τύπος
Düfte
Παραδείγματα
Der Duft weckte schöne Erinnerungen in ihm.
Η μυρωδιά ξύπνησε όμορφες αναμνήσεις μέσα του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store