der duft
duft
dʊft
dooft
luftkluft

Ορισμός και σημασία του "duft"στα γερμανικά

01

άρωμα, ευχάριστη μυρωδιά

Ein angenehmer Geruch, den man meist positiv wahrnimmt 
der Duft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Düfte
γενική πτώση
Duft(e)s
Παραδείγματα
Der Duft der Rosen erfüllt den Garten. 

Η μυρωδιά των τριαντάφυλλων γεμίζει τον κήπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store