der drucker
dru
ˈdʁʊ
ντρου
cker
κ
zucker

Ορισμός και σημασία του "drucker"στα γερμανικά

01

εκτυπωτής, εκτυπωτής

Ein Gerät, das Texte und Bilder auf Papier druckt 
der Drucker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Drucker
γενική πτώση
Druckers
Παραδείγματα
Der Drucker funktioniert nicht. 

Ο εκτυπωτής δεν λειτουργεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store