die droge
dro
ˈdʁo:
ντρο
ge
γκα

Ορισμός και σημασία του "droge"στα γερμανικά

01

ναρκωτικό, ψυχοτρόπο

Eine illegale oder stark regulierte Substanz, die bewusstseinsverändernd wirkt und oft zu Abhängigkeit führt 
die Droge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Drogen
γενική πτώση
Droge
Παραδείγματα
Heroin ist eine extrem gefährliche Droge. 

Η ηρωίνη είναι ένα εξαιρετικά επικίνδυνο ναρκωτικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store