Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Droge
01
ναρκωτικό, ψυχοτρόπο
Eine illegale oder stark regulierte Substanz, die bewusstseinsverändernd wirkt und oft zu Abhängigkeit führt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Droge
πληθυντικός τύπος
Drogen
Παραδείγματα
Drogenmissbrauch zerstört Familien.
Το ναρκωτικό καταστρέφει οικογένειες.



























