die dringlichkeit
dringlichkeit
dʁɪnglɪçkaɪ̯t
dringlichkait

Ορισμός και σημασία του "dringlichkeit"στα γερμανικά

Die Dringlichkeit
01

επείγουσα ανάγκη, κατεπείγον

Ein Zustand, der sofortige Handlung erfordert 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Dringlichkeit
Παραδείγματα
Die Dringlichkeit der Situation war allen klar. 

Η επείγουσα ανάγκη της κατάστασης ήταν ξεκάθαρη σε όλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store