Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dramaturgisch
01
δραματουργικός, σχετικός με τη δραματουργία
Die Gestaltung und Wirkung einer künstlerischen Darstellung betreffend
Παραδείγματα
Dramaturgisch gesehen war das Ende überraschend.
Δραματουργικά μιλώντας, το τέλος ήταν εκπληκτικό.


























