dramaturgisch
dra
ˌdʁa
dra
ma
ma
ma
tur
ˈtʊʁ
toor
gisch
gɪʃ
gish

Ορισμός και σημασία του "dramaturgisch"στα γερμανικά

dramaturgisch
01

δραματουργικός, σχετικός με τη δραματουργία

Die Gestaltung und Wirkung einer künstlerischen Darstellung betreffend 
dramaturgisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Kunst, Theater, Film
Παραδείγματα
Die dramaturgische Spannung im Film war perfekt aufgebaut. 

Η δραματουργική ένταση στην ταινία ήταν τέλεια χτισμένη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store