Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Drama
[gender: neuter]
01
δράμα, σοβαρό θεατρικό έργο
Ein ernstes Theaterstück
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Dramas
πληθυντικός τύπος
Dramen
Παραδείγματα
Das Drama hat viele emotionale Szenen.
Το δράμα έχει πολλές συναισθηματικές σκηνές.



























