Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
donnern
01
βροντώ, βροντάω
Ein lautes, tiefes Geräusch machen, das bei Gewitter entsteht
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
donnere
γ΄ ενικό πρόσωπο
donnert
ενεστώτα μετοχή
donnernd
απλός αόριστος
donnerte
παθητική μετοχή
gedonnert
Παραδείγματα
Ich glaube, es wird bald donnern.
Πιστεύω ότι σύντομα θα βροντήσει.
02
βροντώ, μουγκρίζω
Ein lautes, tiefes Geräusch verursachen
Παραδείγματα
Die Kanonen donnerten im Krieg.
Τα κανόνια βρόνταγαν κατά τη διάρκεια του πολέμου.



























