Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dominant
01
κυρίαρχος
Eine überlegene, bestimmende Stellung einnehmend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am dominantesten
συγκριτικός βαθμός
dominanter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Seine dominante Art macht Brainstormings unmöglich.
Ο κυρίαρχος τρόπος του καθιστά αδύνατο το brainstorming.
Λεξικό Δέντρο
dominant
domin



























