Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dividieren
01
διαιρώ, μοιράζω
Eine Zahl durch eine andere Zahl teilen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
dividiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
dividiert
ενεστώτα μετοχή
dividierend
απλός αόριστος
dividierte
παθητική μετοχή
dividiert
Παραδείγματα
Kannst du 20 durch 4 dividieren?
Μπορείς να διαιρέσεις το 20 με το 4;



























