dividieren
di
di
di
vi
vi
vi
die
ˈdi:
di
ren
rən
rēn

Ορισμός και σημασία του "dividieren"στα γερμανικά

dividieren
01

διαιρώ, μοιράζω

Eine Zahl durch eine andere Zahl teilen 
dividieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
dividiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
dividiert
ενεστώτα μετοχή
dividierend
απλός αόριστος
dividierte
παθητική μετοχή
dividiert
Παραδείγματα
Kannst du 20 durch 4 dividieren? 

Μπορείς να διαιρέσεις το 20 με το 4;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store