das diplom
dip
ˈdip
dip
lom
lo:m
lom

Ορισμός και σημασία του "diplom"στα γερμανικά

01

δίπλωμα, πτυχίο σπουδών

Abschlusszeugnis nach einem Studium 
das Diplom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Diplome
γενική πτώση
Diploms
Παραδείγματα
Er hat sein Diplom in Biologie gemacht. 

Απέκτησε το δίπλωμά του στη βιολογία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store