Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Ding
01
πράγμα, αντικείμενο
Ein Gegenstand oder etwas, das man nicht genau benennt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Ding(e)s
πληθυντικός τύπος
Dinge
Παραδείγματα
Ich verstehe dieses Ding nicht.
Δεν καταλαβαίνω αυτό το πράγμα.
Λεξικό Δέντρο
unding
ding



























