das ding
ding
dɪng
ding
ringgering

Ορισμός και σημασία του "ding"στα γερμανικά

01

πράγμα, αντικείμενο

Ein Gegenstand oder etwas, das man nicht genau benennt 
das Ding definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Dinge
γενική πτώση
Ding(e)s
Παραδείγματα
Ich habe das Ding verloren. 

Έχασα το πράγμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unding
ding
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store