die Diele
die
ˈdi:
di
le
diese

Ορισμός και σημασία του "diele"στα γερμανικά

01

προθάλαμος, εισόδιο

Der Eingangsbereich eines Hauses oder einer Wohnung 
die Diele definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Dielen
γενική πτώση
Diele
Παραδείγματα
In der Diele hängen Mäntel und Jacken. 

Στο προθάλαμο κρέμονται παλτά και μπουφάν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store