Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Diele
01
προθάλαμος, εισόδιο
Der Eingangsbereich eines Hauses oder einer Wohnung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Diele
πληθυντικός τύπος
Dielen
Παραδείγματα
Wir haben einen Spiegel in der Diele aufgehängt.
Κρεμάσαμε έναν καθρέφτη στο προθάλαμο.



























