die Diele

Ορισμός και σημασία του "diele"στα γερμανικά

01

προθάλαμος, εισόδιο

Der Eingangsbereich eines Hauses oder einer Wohnung
die Diele definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Diele
πληθυντικός τύπος
Dielen
Παραδείγματα
Wir haben einen Spiegel in der Diele aufgehängt.
Κρεμάσαμε έναν καθρέφτη στο προθάλαμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store