Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dick
01
χοντρός, παχύς
Mit viel Körpergewicht oder Fett
Παραδείγματα
Er wurde dick, weil er zu viel aß.
Έγινε χοντρός γιατί έφαγε πολύ.
02
παχύς, πυκνός
Mit großer Breite oder Stärke
Παραδείγματα
Der Nebel war heute Morgen dick.
Η ομίχλη ήταν πυκνή σήμερα το πρωί.


























