dick
dick
dɪk
dik
bictrickblickklick

Ορισμός και σημασία του "dick"στα γερμανικά

01

χοντρός, παχύς

von beträchtlichem, mehr als normalem Umfang; massig, nicht dünn 
dick definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am dicksten
συγκριτικός βαθμός
dicker
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Körper, Gesundheit, Erscheinung
Παραδείγματα
Ein dicker Baum steht mitten im Garten. 

Ο άνδρας είναι χοντρός, αλλά αθλητικός.

02

παχύς, πυκνός

Mit großer Breite oder Stärke 
dick definition and meaning
Παραδείγματα
Das Buch hat dicke Seiten. 

Το βιβλίο έχει παχιές σελίδες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store