Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Dichtung
01
σφραγίδα, στεγανωτικό
flaches Teil, das zwischen zwei Oberflächen eingelegt wird, um Leckagen zu verhindern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Dichtung
πληθυντικός τύπος
Dichtungen
Παραδείγματα
Der Wasserhahn tropft, weil die Dichtung kaputt ist
Η βρύση στάζει γιατί το στεγανωτικό είναι σπασμένο.
02
Kunst des Schreibens von Gedichten und poetischen Texten
Παραδείγματα
Dichtung ist eine Form der Kunst.



























