dicht
Pronunciation
/dɪçt/

Ορισμός και σημασία του "dicht"στα γερμανικά

01

αεροστεγής, σφιχτός

So fest verschlossen, dass nichts durchdringen kann
dicht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am dichtesten
συγκριτικός βαθμός
dichter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Zelt bleibt auch bei Regen dicht.
Η σκηνή παραμένει αδιαπέραστη ακόμα και στη βροχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store