Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Diagramm
01
διάγραμμα, γράφημα
Eine grafische Darstellung von Daten oder Informationen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
diagramme
γενική πτώση
diagramm(e)s
Παραδείγματα
Das Diagramm zeigt die Verkaufszahlen des letzten Jahres.
Το διάγραμμα δείχνει τα στοιχεία πωλήσεων του περασμένου έτους.



























