Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Diagnose
[gender: feminine]
01
διάγνωση, διαγνωστική
Die ärztliche Feststellung, welche Krankheit eine Person hat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Diagnose
πληθυντικός τύπος
Diagnosen
Παραδείγματα
Die Diagnose wurde nach mehreren Tests gestellt.
Η διάγνωση έγινε μετά από αρκετά τεστ.



























