Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deutlich
[comparative form: deutlicher][superlative form: deutlichste-]
01
σαφής, ξεκάθαρος
Klar erkennbar oder verständlich
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
deutlichste-
συγκριτικός βαθμός
deutlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das ist ein deutlicher Unterschied.
Αυτή είναι μια σαφής διαφορά.



























