Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
denken
01
σκέφτομαι, αναλογίζομαι
Mit dem Verstand aktiv Ideen oder Lösungen entwickeln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
denke
γ΄ ενικό πρόσωπο
denkt
ενεστώτα μετοχή
denkend
απλός αόριστος
dachte
παθητική μετοχή
gedacht
Παραδείγματα
Denk bitte laut!
Παρακαλώ σκέψου δυνατά!
02
φαντάζομαι
Sich etwas im Geiste vorstellen oder eine Meinung haben
Παραδείγματα
Denk dir eine schöne Geschichte aus!
Φαντάσου μια όμορφη ιστορία !



























