Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
denken
01
σκέφτομαι, αναλογίζομαι
Mit dem Verstand aktiv Ideen oder Lösungen entwickeln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
denke
γ΄ ενικό πρόσωπο
denkt
ενεστώτα μετοχή
denkend
απλός αόριστος
dachte
παθητική μετοχή
gedacht
Παραδείγματα
Ich denke über das Problem nach.
Σκέφτομαι το πρόβλημα.
02
φαντάζομαι
Sich etwas im Geiste vorstellen oder eine Meinung haben
Παραδείγματα
Ich denke, es wird regnen.
Εγώ νομίζω ότι θα βρέξει.



























