die demonstration
demonstration
demɔnstʁatsi̯o:n
demawnstratsion

Ορισμός και σημασία του "demonstration"στα γερμανικά

Die Demonstration
01

διαδήλωση, πορεία

Eine öffentliche Versammlung, bei der Menschen ihre Meinung zeigen 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Demonstrationen
γενική πτώση
Demonstration
Παραδείγματα
Die Demonstration für den Umweltschutz war sehr groß. 

Η διαδήλωση για την προστασία του περιβάλλοντος ήταν πολύ μεγάλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

demonstration
demonstrate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store