Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Demonstration
01
διαδήλωση, πορεία
Eine öffentliche Versammlung, bei der Menschen ihre Meinung zeigen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Demonstration
πληθυντικός τύπος
Demonstrationen
Παραδείγματα
Die Demonstration für den Umweltschutz war sehr groß.
Η διαδήλωση για την προστασία του περιβάλλοντος ήταν πολύ μεγάλη.
Λεξικό Δέντρο
demonstration
demonstrate



























