Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dementsprechend
01
κατάλληλος, αντίστοιχος
Der Situation angemessen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Laune war dementsprechend.
Η διάθεση ήταν ανάλογα.
dementsprechend
01
ανάλογα, σύμφωνα με αυτό
In Übereinstimmung mit etwas
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Die Firma verkaufte mehr Produkte und erzielte dementsprechend mehr Gewinn.
Η εταιρεία πούλησε περισσότερα προϊόντα και ανάλογα απέκτησε περισσότερα κέρδη.



























