das Delikt

Ορισμός και σημασία του "delikt"στα γερμανικά

Das Delikt
[gender: neuter]
01

αδίκημα, παράβαση

Eine strafbare Handlung. Es ist meist ein leichteres Vergehen
das Delikt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Delikts
πληθυντικός τύπος
Delikte
Παραδείγματα
Delikte werden bestraft.
Τα αδικήματα τιμωρούνται.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store