Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deklarieren
[past form: deklarierte]
01
δηλώνω, ανακοινώνω
Etwas offiziell bekannt geben, anmelden oder rechtlich dokumentieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
deklariere
γ΄ ενικό πρόσωπο
deklariert
ενεστώτα μετοχή
deklarierend
απλός αόριστος
deklarierte
παθητική μετοχή
deklariert
Παραδείγματα
Er deklarierte seine Absicht, den Job zu kündigen.
Δήλωσε την πρόθεσή του να παραιτηθεί από τη δουλειά.



























