Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deinstallieren
01
απεγκαθιστώ
Ein Programm von einem Computer oder Gerät bewusst entfernen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
de
βασικό ρήμα
installieren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
deinstalliere
γ΄ ενικό πρόσωπο
deinstalliert
ενεστώτα μετοχή
deinstallierend
απλός αόριστος
deinstallierte
παθητική μετοχή
deinstalliert
Παραδείγματα
Deinstallieren Sie unbekannte Programme sofort!
Απεγκαταστήστε αμέσως τα άγνωστα προγράμματα !



























