Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Decke
01
ταβάνι, θόλος
Obere Fläche eines Raumes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Decke
πληθυντικός τύπος
Decken
Παραδείγματα
Eine Spinne krabbelt an der Decke.
Μια αράχνη σέρνεται στην οροφή.
02
κουβέρτα, πάπλωμα
Tuch oder Stoff, das zum Zudecken dient
Παραδείγματα
Die Decke ist weich und gemütlich.
Η κουβέρτα είναι μαλακή και ζεστή.



























