Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deaktivieren
[past form: deaktivierte]
01
απενεργοποιώ, απενεργοποιώ
Eine Funktion oder ein System absichtlich ausschalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
deaktiviere
γ΄ ενικό πρόσωπο
deaktiviert
ενεστώτα μετοχή
deaktivierend
απλός αόριστος
deaktivierte
παθητική μετοχή
deaktiviert
Παραδείγματα
Die Kamera lässt sich per Knopfdruck deaktivieren.
Η κάμερα μπορεί να απενεργοποιηθεί με πίεση ενός κουμπιού.



























