Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deaktivieren
01
απενεργοποιώ, απενεργοποιώ
Eine Funktion oder ein System absichtlich ausschalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
deaktiviere
γ΄ ενικό πρόσωπο
deaktiviert
ενεστώτα μετοχή
deaktivierend
απλός αόριστος
deaktivierte
παθητική μετοχή
deaktiviert
Παραδείγματα
Bitte deaktivieren Sie den Flugmodus, um Internet zu nutzen.
Παρακαλώ απενεργοποιήστε τη λειτουργία πτήσης για να χρησιμοποιήσετε το Διαδίκτυο.



























