Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dazugehören
01
zu einer bestimmten Sache, Kategorie oder Personengruppe gehören
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
χωριστό
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
gehörte dazu
παθητική μετοχή
hat dazugehört
Παραδείγματα
Dieses Thema gehört nicht zu unserem Aufgabenbereich dazu.



























