Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dauern
01
διαρκώ, παίρνω
Etwas nimmt eine bestimmte Zeit in Anspruch
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
dauere
γ΄ ενικό πρόσωπο
dauert
ενεστώτα μετοχή
dauernd
απλός αόριστος
dauerte
παθητική μετοχή
gedauert
Παραδείγματα
Die Reparatur hat drei Tage gedauert.
Η επισκευή διήρκησε τρεις ημέρες.



























