dauern
Pronunciation
/ˈdaʊ̯ɐn/

Ορισμός και σημασία του "dauern"στα γερμανικά

dauern
01

διαρκώ, παίρνω

Etwas nimmt eine bestimmte Zeit in Anspruch
dauern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
dauere
γ΄ ενικό πρόσωπο
dauert
ενεστώτα μετοχή
dauernd
απλός αόριστος
dauerte
παθητική μετοχή
gedauert
Παραδείγματα
Die Reparatur hat drei Tage gedauert.
Η επισκευή διήρκησε τρεις ημέρες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store