dauern
dauern
daʊ̯ɐn
dawn

Ορισμός και σημασία του "dauern"στα γερμανικά

dauern
01

διαρκώ, παίρνω

Etwas nimmt eine bestimmte Zeit in Anspruch 
dauern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
dauere
γ΄ ενικό πρόσωπο
dauert
ενεστώτα μετοχή
dauernd
απλός αόριστος
dauerte
παθητική μετοχή
gedauert
Παραδείγματα
Der Film dauert zwei Stunden. 

Η ταινία διαρκεί δύο ώρες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store