Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Dauerbrenner
01
διαχρονικό θέμα, αθάνατη κλασική
Ein Thema, Produkt oder Trend, das über lange Zeit beliebt oder relevant bleibt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Dauerbrenner
γενική πτώση
Dauerbrenners
Παραδείγματα
Die Diskussion über Klimawandel ist ein politischer Dauerbrenner.
Η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή είναι ένα πολιτικό διαρκές θέμα.
LanGeek



























