Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Dauer
01
διάρκεια, περίοδος
Der Zeitraum, in dem etwas andauert oder besteht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Dauern
γενική πτώση
Dauer
Παραδείγματα
Die Dauer des Films beträgt zwei Stunden.
Η διάρκεια της ταινίας είναι δύο ώρες.
LanGeek



























