Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Daten
[gender: plural]
01
δεδομένα, πληροφορίες
Gesammelte Fakten oder Informationen, oft digital gespeichert
Παραδείγματα
Datenschutz schützt persönliche Daten.
Η προστασία δεδομένων προστατεύει τα προσωπικά δεδομένα.


























