Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Darstellung
[gender: feminine]
01
αναπαράσταση, παρουσίαση
Die Art und Weise, wie etwas gezeigt, erklärt oder künstlerisch präsentiert wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Darstellung
πληθυντικός τύπος
Darstellungen
Παραδείγματα
Kannst du eine klare Darstellung des Problems geben?
Μπορείτε να δώσετε μια σαφή αναπαράσταση του προβλήματος;



























