Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
darstellen
01
απεικονίζω, παριστάνω
Etwas bildlich oder künstlerisch wiedergeben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
dar
βασικό ρήμα
stellen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stelle dar
γ΄ ενικό πρόσωπο
stellt dar
ενεστώτα μετοχή
darstellend
απλός αόριστος
stellte dar
παθητική μετοχή
dargestellt
Παραδείγματα
In dem Buch werden die Hauptfiguren sehr realistisch dargestellt.
Στο βιβλίο, οι κύριοι χαρακτήρες απεικονίζονται πολύ ρεαλιστικά.
02
εξηγώ, αντιπροσωπεύω
Etwas erklären oder symbolisieren
Παραδείγματα
Diese Zahlen stellen das Ergebnis dar.
Αυτοί οι αριθμοί αντιπροσωπεύουν το αποτέλεσμα.



























