Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dankbar
01
ευγνώμων, ευγνώμονας
Verbunden mit dem Wunsch, sich für etwas zu bedanken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am dankbarsten
συγκριτικός βαθμός
dankbarer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ich bin dankbar, hier sein zu dürfen.
Είμαι ευγνώμων που μου επιτρέπεται να είμαι εδώ.



























