Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Dank
[gender: masculine]
01
ευχαριστία, ευγνωμοσύνη
Ein Wort für Anerkennung
Παραδείγματα
Er zeigte seinen Dank mit einem Geschenk.
Έδειξε την ευγνωμοσύνη του με ένα δώρο.
dank
01
χάρη σε
Ein Wort, das zeigt, dass etwas durch eine Ursache möglich wurde
Παραδείγματα
Das Team gewann – dank harter Arbeit.
Η ομάδα κέρδισε – χάρη στη σκληρή δουλειά.


























