Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Dach
01
στέγη, οροφή
Der obere Teil eines Hauses, der vor Regen und Sonne schützt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Dächer
γενική πτώση
Dach(e)s
Παραδείγματα
Das Dach ist rot.
Η στέγη είναι κόκκινη.
LanGeek



























