das Dach
Pronunciation
/dax/

Ορισμός και σημασία του "dach"στα γερμανικά

01

στέγη, οροφή

Der obere Teil eines Hauses, der vor Regen und Sonne schützt
das Dach definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Dach(e)s
πληθυντικός τύπος
Dächer
Παραδείγματα
Schnee liegt auf dem Dach.
Το χιόνι είναι στη στέγη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store