das dach
dach
dax
dakh
danach

Ορισμός και σημασία του "dach"στα γερμανικά

01

στέγη, οροφή

Der obere Teil eines Hauses, der vor Regen und Sonne schützt 
das Dach definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Dächer
γενική πτώση
Dach(e)s
Παραδείγματα
Das Dach ist rot. 

Η στέγη είναι κόκκινη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store