die Creme
Pronunciation
/ˈkʁeːmə/
kreme

Ορισμός και σημασία του "creme"στα γερμανικά

01

κρέμα, αλοιφή

Weiche Substanz für Haut
die Creme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Creme
πληθυντικός τύπος
Cremes
Παραδείγματα
Hast du eine Creme für trockene Haut?
Έχετε κρέμα για ξηρά δέρμα;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store