der chor
chor
ko:ɐ
ko
chlor

Ορισμός και σημασία του "chor"στα γερμανικά

01

χορωδία, σύνολο τραγουδιστών

Eine Gruppe von Menschen, die zusammen singen, meistens in Kirchen oder bei Konzerten 
der Chor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Chöre
γενική πτώση
Chor(e)s
Παραδείγματα
Der Chor singt jeden Sonntag in der Kirche. 

Η χορωδία τραγουδά κάθε Κυριακή στην εκκλησία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store