der chicorée
chi
ˈʃɪ
shi
coré
koʁ
kor
e
e:
e

Ορισμός και σημασία του "chicorée"στα γερμανικά

01

τσικνιά, εντίβια

ein bitter schmeckendes, längliches Gemüse mit festen, weißen oder hellgelben Blättern 
der Chicorée definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Chicorées
γενική πτώση
Chicorées
Παραδείγματα
Chicorée ist weiß und bitter. 

Chicorée είναι λευκό και πικρό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store