Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chatten
01
συνομιλώ
Im Internet oder per Handy Nachrichten schreiben und sich unterhalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
chatte
γ΄ ενικό πρόσωπο
chattet
ενεστώτα μετοχή
chattend
απλός αόριστος
chattete
παθητική μετοχή
gechattet
Παραδείγματα
Chatten macht Spaß, wenn man neue Leute kennenlernt.
Η συνομιλία είναι διασκεδαστική όταν γνωρίζεις νέα άτομα.



























