chatten
Pronunciation
/ˈʧɛtn̩/

Ορισμός και σημασία του "chatten"στα γερμανικά

chatten
01

συνομιλώ

Im Internet oder per Handy Nachrichten schreiben und sich unterhalten
chatten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
chatte
γ΄ ενικό πρόσωπο
chattet
ενεστώτα μετοχή
chattend
απλός αόριστος
chattete
παθητική μετοχή
gechattet
Παραδείγματα
Chatten macht Spaß, wenn man neue Leute kennenlernt.
Η συνομιλία είναι διασκεδαστική όταν γνωρίζεις νέα άτομα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store