das cello
ce
ˈʧɛ
che
llo
lo
lo

Ορισμός και σημασία του "cello"στα γερμανικά

01

τσέλο, τσέλο

Ein Streichinstrument aus der Familie der Violinen, das größer als die Geige ist und tiefe, warme Töne erzeugt 
das Cello definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Cellos
γενική πτώση
Cellos
Παραδείγματα
Sie spielt seit fünf Jahren Cello im Orchester. 

Παίζει βιολοντσέλο στην ορχήστρα εδώ και πέντε χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cellist
cello
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store