das bund
bund
bʊnt
μπουντ
mundrundbunthund

Ορισμός και σημασία του "bund"στα γερμανικά

01

δέσμη, μάτσο

Mehrere gleichartige Dinge, die zusammengebunden sind 
das Bund definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Bunde
γενική πτώση
Bundes
Παραδείγματα
Ich kaufte ein Bund frischer Karotten. 

Αγόρασα ένα μάτσο φρέσκα καρότα.

02

ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ομοσπονδιακό κράτος

Die zentrale Regierung in einem föderalen System 
Παραδείγματα
Der Bund entscheidet über die Steuerpolitik. 

Ο Μπούνντ αποφασίζει για τη φορολογική πολιτική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store