die buchhandlung
buch
ˈbu:x
μπουχ
hand
ˌhand
χανντ
lung
lʊng
λουνγκ

Ορισμός και σημασία του "buchhandlung"στα γερμανικά

Die Buchhandlung
01

βιβλιοπωλείο, κατάστημα βιβλίων

Ein Geschäft, in dem Bücher verkauft werden 
die Buchhandlung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Buchhandlungen
γενική πτώση
Buchhandlung
Παραδείγματα
Ich kaufe gern Bücher in der Buchhandlung. 

Μου αρέσει να αγοράζω βιβλία στο βιβλιοπωλείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store